Σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου, όπου είδαμε ότι η ψυχαναγκαστική προσωπικότητα δεν είναι απλώς μια συλλογή συμπτωμάτων που πληρούν κριτήρια διάγνωσης, αλλά ότι το υποκείμενο ζει σε μια συνεχή κατάσταση επαγρύπνησης, πάντα προσεκτικό, πάντα σε επιφυλακή, πάντα προετοιμασμένο για την επόμενη απειλή, θα μελετήσουμε πώς μπορεί αυτό να αλλάξει μέσω μιας ψυχοδυναμικής-ψυχαναλυτικής θεραπευτικής παρέμβαση.
Οι σύγχρονοι ψυχαναλυτές, όπως η Nancy McWilliams, μας βοηθούν να κατανοήσουμε την ψυχαναγκαστική δομή όχι απλώς ως παθολογία αλλά ως μια προσπάθεια επιβίωσης, έναν τρόπο διαχείρισης αφόρητου άγχους. Η ψυχαναγκαστική οργάνωση αποτελεί μια λύση, έστω και δυσλειτουργική, σε ένα πρώιμο δίλημμα: πώς να διατηρήσει το υποκείμενο την αίσθηση του εαυτού όταν αντιμετωπίζεται με απειλητικές εσωτερικές ώσεις και εξωτερικές απαιτήσεις. Η αυθορμητικότητα, η χαρά, η χαλάρωση γίνονται σχεδόν αδύνατες, θυσιάζονται στο βωμό του ελέγχου και της προβλεψιμότητας.
Το υποκείμενο μπορεί να είναι εξαιρετικά ικανό στην λογική σκέψη, αλλά αποδυναμωμένο στην κατανόηση των συναισθηματικών αποχρώσεων, τόσο των δικών του όσο και των άλλων. Αυτό οδηγεί σε μια αποστασιοποιημένη, σχεδόν μηχανιστική σχέση με τον εαυτό και τον κόσμο.Το να νοηματοδοτηθεί ο λόγος και το ασυνείδητο σενάριο του ψυχαναγκαστικού προσφέρει μια νέα διάσταση στην κατανόηση της ψυχαναγκαστικής δομής και την αρχή μιας πιθανής απελευθέρωσης από το άγχος που το διακατέχει. Όταν το υποκείμενο αρχίζει να αναγνωρίζει τους μηχανισμούς που το κρατούν αιχμάλωτο, όταν μπορεί να δει πώς ο έλεγχος είναι μια ψευδαίσθηση και η τελειομανία μια παγίδα, τότε ανοίγει ένα παράθυρο δυνατότητας.
Η θεραπευτική σχέση ως μέσο κατανόησης
Η ψυχαναλυτική θεραπεία προσφέρει έναν ιδιαίτερο χώρο για αυτή τη διαδικασία. Μέσα στη θεραπευτική σχέση, το υποκείμενο μπορεί να βιώσει για πρώτη φορά μια σχέση που δεν απαιτεί τον απόλυτο έλεγχο, που ανέχεται την αμφισημία, που δέχεται την ατέλεια. Ο θεραπευτής δεν είναι το τυραννικό υπερεγώ που απαιτεί την τελειότητα, αλλά ένας συνταξιδιώτης που συνοδεύει το υποκείμενο στην εξερεύνηση των απωθημένων όψεων του εαυτού του (McWilliams, 2011).
Μέσα από την ερμηνεία των αμυντικών μηχανισμών, το υποκείμενο αρχίζει να αναγνωρίζει πώς η διανοητικοποίηση και η απομόνωση το προστατεύουν αλλά και το φυλακίζουν. Όπως σημειώνει ο Kernberg (1994), η ψυχαναγκαστική οργάνωση του χαρακτήρα χαρακτηρίζεται από την υπερβολική εξάρτηση από τον έλεγχο και τη σκέψη, εις βάρος της συναισθηματικής ζωής. Η θεραπεία επιτρέπει τη σταδιακή αποκατάσταση αυτής της συναισθηματικής ροής: τα συναισθήματα παύουν να είναι εχθροί που πρέπει να ελεγχθούν και γίνονται σήματα που αξίζει να ακουστούν.
Ο θεραπευτικός χώρος λειτουργεί ως περιέχων (‘contained/container’ Bion, 1962), όπου η συναισθηματική ένταση μπορεί να βιωθεί και να μεταβολιστεί αντί να ελεγχθεί. Εκεί, το “λάθος” δεν είναι καταστροφή αλλά ευκαιρία για μάθηση· η ατέλεια γίνεται ανεκτή και μετατρέπεται σε ανθρώπινη εμπειρία. Σταδιακά, το αυστηρό υπερεγώ μπορεί να μαλακώσει. Όχι μέσα από μια άμεση αντιπαράθεση, αλλά μέσα από την κατανόηση των ριζών του. Όταν το υποκείμενο συνειδητοποιεί ότι αυτή η επικριτική φωνή που έχει υιοθετήσει είναι η εσωτερίκευση πρώιμων, αυστηρών γονεϊκών αντικειμένων (Freud, 1923· Gabbard, 2000), μπορεί να αρχίσει να τα βλέπει όχι ως απόλυτες εξουσίες, αλλά ως ανθρώπινες φωνές, ξεχωριστές από τη δική του, που μπορεί να επανανοηματοδοτήσει. Όπως γράφει η McWilliams (2011), ο θεραπευτής λειτουργεί ως “ζωντανό μοντέλο επιείκειας” — κάποιος που δείχνει, μέσα από τη στάση του, ότι η ανθρώπινη ατέλεια είναι βιώσιμη.
Η θεραπεία προσφέρει επίσης την ευκαιρία για μια νέα εμπειρία σχέσης. Μέσα από τη μεταβίβαση, το υποκείμενο επαναλαμβάνει παλιά πρότυπα σχέσης με τον θεραπευτή, αλλά αυτή τη φορά με διαφορετικό αποτέλεσμα. Ο θεραπευτής δεν ελέγχεται, δεν υποτάσσεται, δεν απορρίπτει. Αντίθετα, παραμένει παρών, ενσυναισθητικός και ανεκτικός ακόμη και απέναντι στην επιθετικότητα και την αμφιβολία του ασθενούς. Όπως τονίζει ο Winnicott (1960), η δυνατότητα του θεραπευτή να “επιβιώνει” των προβολών του ασθενούς χωρίς αντεπίθεση δημιουργεί έναν νέο, βιωματικό ορίζοντα ασφάλειας.
Η πορεία δεν είναι γραμμική ούτε εύκολη. Οι στιγμές αντίστασης, όπου το υποκείμενο προσπαθεί να ελέγξει ακόμη και τη θεραπευτική διαδικασία, είναι αναμενόμενες (Blatt, 2008). Ωστόσο, αυτές οι στιγμές αποτελούν ευκαιρίες εμβάθυνσης, καθώς αναδεικνύουν τον τρόπο που η ανάγκη για έλεγχο και η διανοητικοποίηση επιστρέφουν ως άμυνες ενάντια στη συναισθηματική επαφή.
Σταδιακά, μπορεί να αναπτυχθεί η ικανότητα για αυθορμητισμό — η “ικανότητα να είσαι” κατά τον Winnicott (1958). Το υποκείμενο αρχίζει να πειραματίζεται με μικρές στιγμές απώλειας ελέγχου και με τη χαρά του απρόβλεπτου. Μαθαίνει ότι η ζωή δεν είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να λυθεί, αλλά μια εμπειρία που αξίζει να βιωθεί και ότι οι σχέσεις δεν είναι μηχανισμοί που πρέπει να ελεγχθούν αλλά τοπία που πρέπει να εξερευνηθούν. Κυρίως αρχίσει να κατανοεί ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι εξ’ορισμού ατελής, ότι τα λάθη δεν είναι ελαττώματα αλλά μέρος της πορείας, ότι η τρωτότητα δεν είναι αδυναμία αλλά η προϋπόθεση της γνήσιας σύνδεσης.
Όπως σημειώνει ο Gabbard (2010), η ψυχαναλυτική θεραπεία δεν στοχεύει στην τελειότητα αλλά στην ανεκτικότητα της ατέλειας — στην ικανότητα να αντέχει κανείς τον εαυτό και τον άλλον όπως είναι. Η θεραπεία επιτρέπει επίσης την ανακάλυψη νέων τρόπων νοηματοδότησης. Το υποκείμενο μαθαίνει να κατανοεί τις δικές του ψυχικές καταστάσεις με μεγαλύτερη ευαισθησία. Αρχίζει να αναγνωρίζει τα συναισθήματα πίσω από το άγχος, να κατανοεί τις επιθυμίες πριν μεταμορφωθούν σε καταναγκαστικούς κανόνες. Αυτή η αυξημένη ψυχολογική επίγνωση γίνεται ένα εργαλείο ελευθερίας και αυτορύθμισης.
Η θεραπεία δεν υπόσχεται την απαλλαγή από κάθε άγχος ή την επίτευξη κάποιας ουτοπικής τελειότητας. Προσφέρει κάτι πολύτιμότερο: τη δυνατότητα να ζει κανείς με την αβεβαιότητα, να αγκαλιάσει την πολυπλοκότητα, να βρει νόημα και ελπίδα μιας πιο ελεύθερης, πιο ζωντανής, πιο αυθεντικής ύπαρξης.
Και έτσι, η ψυχαναγκαστική προσωπικότητα, που κάποτε φαινόταν σαν μια φυλακή, μπορεί να μεταμορφωθεί σε μια πύλη προς την αυτογνωσία. Ο πόνος και η δυσκολία που χαρακτηρίζουν αυτή τη δομή δεν εξαφανίζονται, αλλά μπορούν να γίνουν καταλύτες για βαθιά ψυχική ανάπτυξη. Η πορεία απαιτεί θάρρος, υπομονή και την υποστήριξη ενός θεραπευτή που θα εμπεριέξει το άγχος, την αγωνία και τη δυσφορία που το άτομο μπορεί να βιώνει. Αλλά η ανταμοιβή - η δυνατότητα να ζει κανείς πιο πλήρως, να αγαπά πιο ελεύθερα, να είναι πιο γνήσια ο εαυτός του - αξίζει κάθε βήμα αυτού του δύσκολου αλλά μεταμορφωτικού ταξιδιού.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
Freud, S. (1908). Character and Anal Erotism. Standard Edition, Vol. 9.
Freud, S. (1895/1962). Obsessions and Phobias. London: Hogarth Press.
Ferenczi, S. (1913). Stages of the Development of the Sense of Reality.
Fairbairn, W.R.D. (1994). Psychoanalytic Studies of the Personality. London: Brunner Routledge.
McWilliams, N. (2011). Psychoanalytic Diagnosis: Understanding Personality Structure in the Clinical Process (2nd ed.). New York: Guilford Press.
Lang, H. (2015). The Inhibited Rebel: Structure, Psychodynamics and Therapy of Subjects with Obsessive-Compulsive Disorders. Stuttgart: Klett-Cotta.
Esman, A.H. (1989). Psychoanalysis and general psychiatry: Obsessive-compulsive disorder as paradigm. Journal of the American Psychoanalytic Association, 37, 319-336.
Bion, W. (1962). Learning from Experience. London: Heinemann.
Blatt, S. J. (2008). Polarities of Experience: Relatedness and Self-Definition in Personality Development, Psychopathology, and the Therapeutic Process.
Fonagy, P., Gergely, G., Jurist, E., & Target, M. (2002). Affect Regulation, Mentalization, and the Development of the Self. New York: Other Press.
Gabbard, G. O. (2000). Psychodynamic Psychiatry in Clinical Practice. Washington: APA.
Gabbard, G. O. (2010). Long-Term Psychodynamic Psychotherapy: A Basic Text.
Kernberg, O. F. (1994). Aggression in Personality Disorders and Perversions. New Haven: Yale University Press.
McWilliams, N. (2011). Psychoanalytic Diagnosis: Understanding Personality Structure in the Clinical Process. 2nd ed. New York: Guilford Press.
Winnicott, D. W. (1958). The Capacity to Be Alone. International Journal of Psychoanalysis, 39, 416–420.
Winnicott, D. W. (1960). Ego Distortion in Terms of True and False Self.
Συντάκτης: Ελευθερία Ελβανίδη
